ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ελληνική οικονομία 2024: Οι ανοιχτές προκλήσεις και το ασταθές διεθνές περιβάλλον πολέμων και εκλογών σε ΕΕ και ΗΠΑ

Σε ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον -με πολέμους και αβέβαιες εκλογικές αναμετρήσεις σε ΕΕ και ΗΠΑ- με δυσοίωνα μηνύματα για την οικονομία, η Ελλάδα το 2024 καλείται να υλοποιήσει τους φιλόδοξους στόχους που έχει θέσει επιθυμώντας να παραμείνει εντός αναπτυξιακής τροχιάς.

Έχοντας στις «αποσκευές» της ένα καλό 2023, η οικονομία της Ελλάδας έχει θέσει ψηλά τον πήχη για το επόμενο έτος, με τους στόχους για τα δημόσια οικονομικά της να αφορούν σε ανάπτυξη 2,9%, πρωτογενές πλεόνασμα 2,1%, και το χρέος να μειώνεται στο 152,3% ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Ωστόσο, οι επιδόσεις της Ελλάδας δεν θα εγγραφούν μέσα σε… εργαστηριακές συνθήκες, αλλά σε συνάρτηση με την ευμετάβλητη διεθνή κατάσταση (πχ εκλογές στην ΕΕ τον Ιούνιο και στις ΗΠΑ το Νοέμβριο του 2024) και τους επίμονους κινδύνους που κληρονόμησε από το 2023.

Πληθωρισμός και γεωπολιτικές εξελίξεις
Αν και στους τελευταίους μήνες του 2023 σημειώθηκε σημαντική πρόοδος στους εγχώριους και στους ευρωπαϊκούς πληθωριστικούς δείκτες, η οικονομία πόρρω απέχει από το να έχει «ξεμπερδέψει» από το φαινόμενο.

Η κυβέρνηση στην έκθεση προϋπολογισμού 2024 προσδοκά πως οι αυξήσεις των τιμών θα επιβραδυνθούν σε ρυθμό 2,9%, με την ΤτΕ να «δίνει» 3%. Την ίδια στιγμή, η πρόβλεψη για την Ευρωζώνη, από πλευράς Κομισιόν, ανέρχεται στο 3,2%.

Αν και οι προβλέψεις πλησιάζουν αργά αλλά σταθερά προς τον στόχο του 2%, δεν πρέπει να λησμονείται πως συνιστούν επιπλέον αυξήσεις στις τιμές που προστίθενται στις προηγούμενες χωρίς να διαφαίνεται επιστροφή στα επίπεδα προ πληθωριστικής κρίσης, επιβαρύνοντας την κατανάλωση.

Ωστόσο, ουδείς μπορεί να στοιχηματίσει με ασφάλεια ούτε και σε αυτές τις προβλέψεις, καθώς παραμένει ενεργός ο μεγάλος «άγνωστος Χ», η διεθνής γεωπολιτική κατάσταση.

Με δύο πολέμους σε εξέλιξη (Ουκρανία-Γάζα), αλλά και με νέες εντάσεις στην Ερυθρά Θάλασσα να ναρκοθετούν το διεθνές εμπόριο, οι διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες συνιστούν διαρκείς απειλές για την αναζωπύρωση του πληθωριστικού φαινομένου.

Το περιβάλλον των υψηλών επιτοκίων
Μετά από την προαναγγελία του Τζερόμ Πάουελ για τρεις μειώσεις επιτοκίων της Fed μέσα στο 2024 (με άλλους Αμερικανούς αξιωματούχους, ωστόσο, να εμφανίζονται πιο διστακτικοί στη συνέχεια) οι αγορές προεξόφλησαν πως το επόμενο έτος θα είναι χρονιά κανονικοποίησης όσον αφορά τη νομισματική πολιτική.

Τον ενθουσιασμό προσπάθησε να περιορίσει με τις δηλώσεις της η Κριστίν Λαγκάρντ μετά από την συνάντηση Δεκεμβρίου της ΕΚΤ, διατηρώντας ωστόσο σταθερά τα επιτόκια για δεύτερη συνεχή φορά.

Αν και τα χρηματιστήρια σε Ευρώπη και ΗΠΑ αποχαιρετούν το 2023 με αρκετά νικηφόρα σερί και ρεκόρ τον Δεκέμβριο, προσδοκώντας σε επερχόμενη χαλάρωση της επιτοκιακής πολιτικής, το ενδεχόμενο να υπάρξουν μειώσεις το επόμενο διάστημα, τουλάχιστον από πλευράς ΕΚΤ, απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο.

Το τελευταίο χτύπημα το έδωσε ο Αυστριακός κεντρικός τραπεζίτης και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ, Ρόμπερτ Χόλτσμαν, ο οποίος δήλωσε πως «είναι πολύ νωρίς να μιλάμε για μείωση του κόστους δανεισμού» και ότι «μια τέτοια κίνηση το 2024 κάθε άλλο παρά σίγουρη είναι».

Η προσήλωση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στα «εισερχόμενα στοιχεία», η οποία επαναδιατυπώθηκε πρόσφατα από την Κριστίν Λαγκάρντ, σημαίνει με απλά λόγια, πως αν ο πληθωρισμός πάρει και πάλι την ανιούσα, για όλους τους προαναφερθέντες λόγους, τότε συνακόλουθα και η χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής θα μετατεθεί στις… καλένδες.

Έτος εκλογών το 2024
Διεθνής αβεβαιότητα καταγράφεται ωστόσο και για έναν όχι αμιγώς οικονομικό λόγο: Το 2024 είναι μία χρονιά γεμάτη σημαντικές εκλογικές αναμετρήσεις που τα ενδεχόμενα αποτελέσματα τους μπορεί να επηρεάσουν την σταθερότητα.

Σε ευρωπαϊκό έδαφος, ξεχωρίζουν οι Ευρωεκλογές στις 6 με 9 Ιουνίου 2024 (αλλά και ένα μπαράζ τοπικών εκλογών στη Γερμανία με το ακροδεξιό AfD να απειλεί με πρωτιά). Ήδη οι ευρωπαϊκοί θεσμοί «ζεσταίνουν τις μηχανές» για να προετοιμαστούν για αυτές, ενώ έχουν ξεκινήσει οι προσπάθειες για προσέλκυση όλο και περισσότερων ψηφοφόρων στις κάλπες.

Αυτό που «φοβούνται» στους ευρωπαϊκούς θεσμούς είναι πως λόγω της λαϊκής δυσαρέσκειας από μία σειρά από παράγοντες με προεξάρχουσα την οικονομική δυσπραγία, σε μία Ευρώπη που επιβραδύνεται αναπτυξιακά, θα αποκομίσουν εκλογικά οφέλη οι δυνάμεις της ακροδεξιάς, με την ομάδα του Ευρωκοινοβουλίου «Ταυτότητα και Δημοκρατία» να σαρώνει στις δημοσκοπήσεις.

Επιπλέον, οι Ευρωεκλογές θα κρίνουν και το ποια θα είναι η επόμενη ηγεσία της Κομισιόν, με την πρόεδρο Ούρσουλα Φον Ντερ Λάιεν να αναμένεται να βάζει εκ νέου υποψηφιότητα για επικεφαλής του θεσμού, ενώ ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι ανακατατάξεις σε άλλα υψηλά πόστα που θα προκύψουν.

Μεγάλης σημασία είναι και οι εκλογές στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, στις 5 Νοεμβρίου, με την απειλή επιστροφής του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο να φέρνει «τρόμο» σε Αμερικανούς και μη.

Αν και υπάρχουν νομικά εμπόδια σε μία νέα υποψηφιότητα του, προβληματίζει πως στην εσωκομματική κούρσα με τους Ρεπουμπλικανούς ανταγωνιστές του, προηγείται με χαρακτηριστική άνεση.

Αν ευοδωθεί ένα τέτοιο σενάριο και ο Τραμπ ξαναεκλεγεί πλανητάρχης, είναι άγνωστο το πώς θα χειριστεί την αμερικανική πολιτική για μία σειρά από ζητήματα, με τον κίνδυνο για αναζωπύρωση των σχέσεων με την Κίνα να ξεχωρίζει, σε εμπορικό και γεωπολιτικό επίπεδο, και μάλιστα σε ένα άκρως πιο εύφλεκτο διεθνές περιβάλλον από αυτό που ίσχυε κατά την πρώτη θητεία του.

Στις κάλπες θα μεταβούν τον Μάρτιο του 2024 και οι Ρώσοι, αν και εκεί δεν αναμένονται ιδιαίτερες εκπλήξεις με τον Βλαντίμιρ Πούτιν να είναι το αδιαφιλονίκητο φαβορί.

Άλλες εκλογικές αναμετρήσεις που παρουσιάζουν ενδιαφέρον μέσα στο 2024 σε ευρωπαϊκό έδαφος, είναι στο Βέλγιο, στην Αυστρία, στην Βρετανία, στην Φινλανδία, στην Πορτογαλία κ.α.

Το αξιόχρεο της Ελλάδας
Παρά το ρευστό διεθνές σκηνικό, αλλά και το σφιχτό μακροοικονομικό περιβάλλον, η Ελλάδα έδειξε μέσα στο 2023 και μέσα από την ευέλικτη και προληπτική διαχείριση του ΟΔΔΗΧ πως μπορεί να αξιοποιήσει τα οφέλη από την επενδυτική βαθμίδα την οποία ανέκτησε, αντισταθμίζοντας τις πιέσεις της νομισματικής πολιτικής.

Η Ελλάδα ευνοείται από την δομή του χρέους της και από την διάρκεια ωρίμανσής του, η οποία μειώνει τους κινδύνους αναχρηματοδότησης ακόμη και κάτω από τα πολύ συντηρητικά σενάρια. Η βελτίωση του αξιόχρεου μέσα στο 2023 και η πρόωρη αποπληρωμή για το GLF έχουν αλλάξει επίπεδο το ελληνικό χρέος.

Στα μέσα Δεκεμβρίου, το spread του ελληνικού 10ετούς ομολόγου σε σχέση με το γερμανικό bund υποχώρησε σε χαμηλό 26 μηνών, ενώ βρίσκεται σε πολύ μικρή διαφορά 20 μονάδων βάσης από το αντίστοιχο ισπανικό.

Όπως εκτιμά ο Οργανισμός, οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας θα παραμείνουν κάτω από το όριο 10% του ΑΕΠ μακροπρόθεσμα ενώ για το 2024 σχεδιάζει ένα πρόγραμμα δανεισμού 10 δισ. ευρώ.

Όμως η στόχευση της Ελλάδας δεν σταματά εκεί, καθώς είναι διακηρυγμένος στόχος να ανέβει ακόμα υψηλότερα όσον αφορά στην πιστοληπτική της ικανότητα. Μάλιστα, μέσα στο 2024 έχει να περιμένει δύο νέες αξιολογήσεις από την DBRS, στις 8 Μαρτίου και στις 6 Σεπτεμβρίου.

Αντίστοιχα, η S&P ανακοίνωσε πως η πρώτη αξιολόγηση της Ελλάδας για το 2024 θα είναι στις 19 Απριλίου και η δεύτερη στις 18 Οκτωβρίου.

Η κλιματική κρίση
Τα ακραία καιρικά φαινόμενα αποτελούν τον πλέον απρόβλεπτο παράγοντα που απειλεί να «εκτροχιάσει» κάθε προγραμματισμό, ειδικά σε μία χώρα όπως η Ελλάδα που πλήττεται σφοδρά από τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.

Στα μεγάλα θύματα των θεομηνιών συγκαταλέγονται σε εθνικό και διεθνές επίπεδο το εμπόριο, η γεωργία και κτηνοτροφία, ενώ εντείνονται και οι μεταναστευτικές ροές.

Οι πρόσφατες καταστροφές στην Ελλάδα, κυρίως στη Θεσσαλία, αποτέλεσαν ένα ισχυρό πλήγμα, καθώς εκεί συγκεντρώνεται το μεγαλύτερο μέρος της πρωτογενούς παραγωγής της χώρας, αντιπροσωπεύοντας το 5% του εθνικού ΑΕΠ.

Στον προϋπολογισμό του 2024 προβλέπονται 600 εκατ. ευρώ για δαπάνες για τις φυσικές καταστροφές, ενώ 2,2 δισ. ευρώ θα στείλει η ΕΕ για την αποκατάσταση των ζημιών. Ωστόσο, η Ελλάδα πρέπει να κάνει μία κούρσα με τον χρόνο έτσι ώστε να αποκαταστήσει υποδομές και να πάρει τα κατάλληλα μέτρα προστασίας για να μην επαναληφθούν τέτοιου μεγέθους καταστροφές, που θα επιφέρουν ίδιες ή και μεγαλύτερες οικονομικές συνέπειες.

Πήγη:www.newsit.gr

Back to top button