ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑΥΓΕΙΑ

Δεν ευθύνεται μόνο η αυξημένη χρήση αντιβιοτικών για την εξάπλωση των υπερ-βακτηρίων, υποστηρίζει νέα μελέτη

Ποιοι είναι οι άλλοι παράγοντες που ενισχύουν την εξάπλωση των υπερ-βακτηρίων.

Η αυξημένη χρήση αντιβιοτικών έχει όντως ενισχύσει την εξάπλωση των υπερβακτηρίων, ωστόσο δεν είναι η μόνη αιτία, σύμφωνα με μελέτη ερευνητών απο τη Βρετανία και τη Νορβηγία. Ερευνητές από το Ινστιτούτο Wellcome Sanger και τα πανεπιστήμια του Όσλο και του Κέιμπριτζ συνέκριναν πάνω από 700 νέα δείγματα αίματος με σχεδόν 5.000 δείγματα βακτηρίων που είχαν αλληλουχηθεί προηγουμένως, για να δουν ποιοι παράγοντες επηρεάζουν την εξάπλωση του ανθεκτικού βακτηρίου Escherichia coli (E. coli).

Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο «Lancet Microbe», δείχνει ότι η αυξημένη χρήση αντιβιοτικών όντως οδηγεί σε αύξηση των ανθεκτικών στη θεραπεία βακτηρίων σε ορισμένες περιπτώσεις. Ωστόσο, οι ερευνητές επιβεβαίωσαν ότι αυτό ποικίλλει ανάλογα με τον τύπο του αντιβιοτικού. Διαπίστωσαν επίσης ότι η επιτυχία των γονιδίων ανθεκτικότητας στα αντιβιοτικά εξαρτάται από τη γενετική σύσταση των βακτηρίων που τα φέρουν.

Το βακτήριο E. coli αποτελεί συχνή αιτία λοιμώξεων της κυκλοφορίας του αίματος παγκοσμίως. Ο τύπος του E. coli που ευθύνεται για αυτές τις λοιμώξεις εντοπίζεται συνήθως στο έντερο, όπου δεν προκαλεί βλάβη. Ωστόσο, εάν εισέλθει στην κυκλοφορία του αίματος λόγω εξασθενημένου ανοσοποιητικού συστήματος μπορεί να προκαλέσει σοβαρές και απειλητικές για τη ζωή λοιμώξεις. Επιπλέον, η ανθεκτικότητα στα αντιβιοτικά, ιδίως η πολυανθεκτικότητα (MDR), είναι πλέον συχνό χαρακτηριστικό τέτοιων λοιμώξεων.

Τα ποσοστά αντοχής του E. coli στα αντιβιοτικά ποικίλλουν παγκοσμίως. Για παράδειγμα, το ποσοστό αντοχής σε ένα συγκεκριμένο αντιβιοτικό που χορηγείται συνήθως για τη θεραπεία λοιμώξεων του ουροποιητικού συστήματος, κυμαίνεται από 8,4% έως 92,9% ανάλογα με τη χώρα.

Η ανθεκτικότητα στα αντιβιοτικά αποτελεί θέμα έρευνας εδώ και δεκαετίες και τα δεδομένα επιτήρησης από προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει σταθερά μια συσχέτιση μεταξύ της χρήσης αντιβιοτικών και της αυξημένης συχνότητας εμφάνισης MDR παγκοσμίως. Προηγούμενες μελέτες έχουν υποδείξει μια σταθερή συνύπαρξη ανθεκτικών και μη ανθεκτικών στελεχών E. coli και σε ορισμένες περιπτώσεις, τα μη ανθεκτικά βακτήρια είναι πιο επιτυχημένα. Ωστόσο, δεν ήταν δυνατόν να εκτιμηθεί ο ρόλος των γενετικών παραγόντων αυτού του γεγονότος λόγω της έλλειψης αμερόληπτων συνόλων διαχρονικών δεδομένων μεγάλης κλίμακας. 

Αναλύοντας δεδομένα μιας 20ετίας, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η χρήση αντιβιοτικών συνδέεται με αυξημένη αντοχή σε ορισμένες περιπτώσεις, ανάλογα με τον τύπο του αντιβιοτικού. Επίσης, η μελέτη διαπίστωσε ότι η επιβίωση των υπερ-βακτηρίων εξαρτάται από τα στελέχη E. coli που βρίσκονται στο περιβάλλον. Οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η ευρεία χρήση ενός τύπου αντιβιοτικού δεν έχει την ίδια επίδραση στην εξάπλωση των υπερ-βακτηρίων σε διαφορετικές χώρες.

Η ομάδα τόνισε ότι απαιτείται περαιτέρω έρευνα για να κατανοηθεί πλήρως η συνδυασμένη επίδραση των αντιβιοτικών, των ταξιδιών, των συστημάτων παραγωγής τροφίμων και άλλων παραγόντων που διαμορφώνουν τα επίπεδα ανθεκτικότητας στα αντιβιοτικά σε μια χώρα.

«Η έρευνά μας εντόπισε την επίδραση πολλών διαφορετικών αντιβιοτικών ευρέος φάσματος και δείχνει ότι η επιρροή τους ποικίλλει ανά χώρα και περιοχή. Συνολικά, η ολοκληρωμένη γενετική μας ανάλυση δείχνει ότι δεν είναι πάντα δυνατό να προβλέψουμε πώς η χρήση αντιβιοτικών θα επηρεάσει μια περιοχή χωρίς να γνωρίζουμε τη γενετική σύνθεση των βακτηριακών στελεχών στο εν λόγω περιβάλλον», εξήγησε ο καθηγητής Τζούλιαν Παρκχιλ, συν-συγγραφέας από το Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ.

«Η μελέτη μας δείχνει ότι η χρήση αντιβιοτικών δεν είναι ο μόνος παράγοντας που επηρεάζει την επιτυχία αυτών των βακτηρίων. Η συνέχιση της χρήσης της γονιδιωματικής για την απόκτηση λεπτομερούς κατανόησης των υποκείμενων παραγόντων της επιτυχίας των βακτηρίων είναι ζωτικής σημασίας εάν θέλουμε να ελέγξουμε την εξάπλωση των υπερβακτηρίων», τόνισε ο καθηγητής Τζούκα Κόραντερ, επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης από το Ινστιτούτο Wellcome Sanger και το Πανεπιστήμιο του Όσλο.

ΠΗΓΗ: Eurekalert

Back to top button